πενθεῖ

πενθεῖ
πενθέω
bewail
pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic)
πενθέω
bewail
pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Πενθέι — Πενθέϊ , Πενθεύς masc dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πένθει — πένθος grief neut nom/voc/acc dual (attic epic) πένθεϊ , πένθος grief neut dat sg (epic ionic) πένθος grief neut dat sg πενθέω bewail pres imperat act 2nd sg (attic epic) πενθέω bewail imperf ind act 3rd sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πενθεῖ — Πενθεύς masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυπενθής — ές, Α 1. αυτός που πενθεί πολύ, που έχει σοβαρό λόγο ή πολλούς λόγους για να πενθεί, ο πολύ πικραμένος (α. «αλκυόνος πολυπενθέος», Ομ. Ιλ. β. «γέρον πολυπενθές», Ομ. Οδ. γ. «πολυπενθέα θυμὸν ἔχουσαν», Ομ. Οδ.) 2. (για γεγονότα) πολυθρήνητος… …   Dictionary of Greek

  • ARTZIBURIUS — Graece Α᾿ρτζιβούριος, apud Marcum Hieromonachum in Responsis, Anastasium de illo, in Triodio c. 27.nomen est hebdomadis, alias Προσφωνήσιμος dictae, quod in ea ieiunarent Armenii. Et quidem nonnulli eorum, propter Ninevitas, alii autem propter… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ATHYR — mensis anni Aegyptiaci, Iunio Romanorum respondens, quô dicunt Osiridem ἀφανιςθῆναι periisse. Itaque Sacerdotes hôc mense Βοῦν διάχρυσον ἱματίῳ μέλανι βυςςίνῳ περιβάλλοντες ἐπὶ πένθει τῆς θεοῦ δεικνύουσι, Βοὔν γὰρ Ο᾿σίριδος εἰκόνα νομίζουσι.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • LUGENDI Ritus — apud vett. Rom. variis legibus definitus fuit. Et quidem vestitum quod attinet, in luctu atrati fuêre, h. e. nigrâ, sive pullâ togâ induti. Togae huius meminit Cic. in Pisoniana: Iuv. Sat. 3. l. 1. v. 213. pullatos Proceres: Tac. in funere… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • UBER — Becmanno a succo, ὕειν, unde uligo ab ὕλη Aliis ab δ᾿´φορον et εὔπορον: Nonnullis ab Aeolico οὖφαρ, quod communiter οὖθαρ, ut οὖθαρ ἀρούρης, apud Homer. Il. 1. v. 141. quod uber glebae Virg. l. 1. Aen. v. 535. uber soli Solinus exponunt. Vide… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ατιμοπενθής — ἀτιμοπενθής, ές (Α) αυτός που πενθεί για την προσβολή που του έγινε …   Dictionary of Greek

  • βουτώ — (Μ βουτώ) Ι. 1. βυθίζω κάτι μέσα σε υγρό 2. κάνω βουτιά, καταδύομαι 3. βαφτίζω στην κολυμπήθρα 4. αρπάζω ξαφνικά κάποιον από κάποιο μέλος του σώματός του 5. αφαιρώ κάτι με τη βία ή κρυφά 6. παίρνω κάτι με προθυμία 7. χειρονομώ άσεμνα σε βάρος… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”